Το φαρμακείο της φύσης

Εντάξτε τα βότανα και τα μυρωδικά, σε δροσερή ή ξηρή μορφή, στην καθημερινή σας διατροφή, ως αφέψημα ή στη μαγειρική σας. Εξασφαλίζουν την ομαλή πέψη, την εύρυθμη λειτουργία του εντέρου και ενισχύουν το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού. Δροσίστε την αναπνοή σας μασώντας λίγα φύλλα μέντας, δυόσμου ή βασιλικού μετά από κάθε γεύμα.
Σε κήπο ή σε γλάστρες, μπορούμε εύκολα, να καλλιεργήσουμε το δικό μας “φαρμακείο“. Αρωματικά βότανα, με θεραπευτικές ιδιότητες. Μπορούμε να διαλέξουμε ποιά βότανα θέλουμε να φυτέψουμε, διαλέγοντας από την λίστα με τις θεραπευτικές ιδιότητες που έχει το καθένα. Ενδεικτικά, έχουμε τα:
1. ΠΑΝΣΕΣ (για έκζεμα)
Καλλιεργήστε τον. Ο πανσές είναι ένα όμορφο λουλούδι με έντονα χρώματα. Μπορείτε, λοιπόν, να τον τοποθετήσετε στο παράθυρο της κουζίνας ή να τον φυτέψετε σε κρεμαστή γλάστρα. Η περίοδος σποράς του διαρκεί από το φθινόπωρο μέχρι τα τέλη της άνοιξης. Τοποθετήστε τον σε σημείο με ήλιο και μη φυτεύετε τον ένα σπόρο πολύ κοντά στον άλλον. Φυτεύοντας διαδοχικά, μπορείτε να πετύχετε ανθοφορία σχεδόν όλο τον χρόνο.
Χρησιμοποιήστε τον Χάρη στις σαπωνίνες που περιέχει, καταπραΰνει την ερεθισμένη επιδερμίδα και τροφοδοτεί τον οργανισμό με θρεπτικά συστατικά. Φτιάξτε, λοιπόν, μια ανακουφιστική κρέμα. Ρίξτε 1 χούφτα από τα πέταλα του φυτού σε ένα κατσαρολάκι με 1 φλιτζάνι βραστό νερό και ανακατέψτε. Παράλληλα, λιώστε αργά σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία 50 ml κερί μέλισσας μαζί με 50 ml ελαιόλαδο. Ενώστε τα μείγματα ανακατεύοντας, μέχρι να δημιουργηθεί μια παχύρρευστη πάστα. Χρησιμοποιήστε την κρέμα δύο φορές τη ημέρα. Διατηρείται στο ψυγείο για ένα χρόνο
.
2. ΚΑΛΕΝΤΟΥΛΑ (για εξάνθημα και κάψιμο)
Καλλιεργήστε την καλέντουλα. Χρειάζεται μια ηλιόλουστη γωνιά στον κήπο για να μεγαλώσει. Μπορείτε, όμως, να τη φυτέψετε και σε γλάστρες στη βεράντα σας.
Η εποχή σποράς της είναι από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο, ενώ δίνει άνθη από την άνοιξη έως και το φθινόπωρο, ανάλογα με την ποικιλία. Αν έχετε κήπο, ρίξτε τους σπόρους ανάμεσα στα λαχανικά σας, αφού με την παρουσία της η καλέντουλα απομακρύνει πολλά έντομα.
Χρησιμοποιήστε την Κόψτε μια χούφτα πέταλα από την καλέντουλα και χτυπήστε τα στο μπλέντερ μαζί με 100 ml (ή 5 κουταλιές) τζελ από αλόη. Αν θέλετε, προσθέστε 10 σταγόνες αιθέριο έλαιο λεβάντας. Ρίξτε το μείγμα σε μια παγοθήκη και βάλτε τη στην κατάψυξη. Χρησιμοποιήστε τα παγάκια σε περίπτωση καψίματος ή όταν το δέρμα σας είναι ξηρό και σας προκαλεί φαγούρα, τρίβοντάς τα πάνω στην προβληματική περιοχή τουλάχιστον τρεις φορές την ημέρα.
 3. ΜΕΛΙΣΣΟΧΟΡΤΟ (για έρπη)
Καλλιεργήστε το Το μελισσόχορτο είναι ένα από τα φυτά που μεγαλώνουν χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα. Ρίξτε λίγους σπόρους σε μια γλάστρα ή στο χώμα του κήπου σας και σύντομα θα το δείτε να φυτρώνει και να εξαπλώνεται. Η σπορά γίνεται Αύγουστο με Σεπτέμβριο (με το φυτό να ανθίζει την άνοιξη) ή Μάρτιο με Απρίλιο (με το φυτό να ανθίζει το καλοκαίρι). Βεβαιωθείτε ότι το έχετε τοποθετήσει σε ηλιόλουστη θέση.
Χρησιμοποιήστε το Εκμεταλλευτείτε την αντιιική ιδιότητα του μελισσόχορτου για να καταπολεμήσετε τον επιχείλιο έρπη. Κόψτε περίπου 50 γρ. από τα φύλλα του μελισσόχορτου, ζεστάνετέ τα μαζί με 100 ml ελαιόλαδο σε χαμηλή φωτιά για περίπου 1 ώρα και σουρώστε το μείγμα. Στη συνέχεια, προσθέστε 1 κουταλιά κερί μέλισσας (θα το βρείτε σε καταστήματα με προϊόντα υγιεινής διατροφής), 1 κουταλιά μέλι και 4-5 σταγόνες αιθέριο έλαιο tea tree και συνεχίστε να το ζεσταίνετε σε πολύ χαμηλή φωτιά, μέχρι να λιώσουν όλα τα υλικά και να δημιουργηθεί ένα παχύρρευστο μείγμα σαν πάστα. Χρησιμοποιήστε το 4-5 φορές την ημέρα. Η κρέμα διατηρείται στο ψυγείο για ένα χρόνο.
4. ΜΑΡΑΘΟΣ (για φούσκωμα)
Καλλιεργήστε τον Ρίξτε 4-5 σποράκια σε μια βαθιά γλάστρα (γιατί έχει πολλές ρίζες). Ο μάραθος έχει ανάγκη τη ζέστη για να αναπτυχθεί. Οι χειμερινές θερμοκρασίες είναι πιθανό να επιβραδύνουν την ανάπτυξή του, ενώ ο παγετός μπορεί να τον καταστρέψει. Η σπορά του ξεκινάει τον Ιούλιο και διαρκεί μέχρι τον Σεπτέμβριο. Μην ξεχνάτε να τον ποτίζετε συχνά.
Χρησιμοποιήστε τον Φτιάξτε ένα ρόφημα με μάραθο ρίχνοντας σε ένα φλιτζάνι βραστό νερό 2 κουταλιές ψιλοκομμένο μάραθο. Για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, χρησιμοποιήστε σπόρους μάραθου, αφού πρώτα τους χτυπήσετε στο γουδί. Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι οι σπόροι του έχουν την ιδιότητα να ηρεμούν τους σπασμούς του λεπτού εντέρου. Πιείτε 2-3 φλιτζάνια την ημέρα.
5. ΜΑΡΟΥΛΙ (για αϋπνία)
Καλλιεργήστε το στο χώμα ή σε βαθιές γλάστρες στο μπαλκόνι σας και σε χώμα πλούσιο σε οργανική ουσία. Μπορείτε να σπείρετε σπόρους από νωρίς την άνοιξη. Χρησιμοποιήστε καλοχωνεμένη κοπριά ή κάποιο λίπασμα πλούσιο σε οργανική ουσία. Το καλοκαίρι θα σας «ξεβλαστώσει» γρήγορα, γι’ αυτό κόψτε το όσο είναι ακόμα τρυφερό.
Χρησιμοποιήστε το: φτιάξτε μια σούπα με πατάτα και πράσο και στη συνέχεια προσθέστε δύο χούφτες ψιλοκομμένο μαρούλι. Περάστε όλα τα υλικά από το μπλέντερ και απολαύστε τη σούπα σαν ελαφρύ βραδινό. Η κατασταλτική δράση που θεωρείται ότι έχει το μαρούλι θα ηρεμήσει το νευρικό σας σύστημα και θα σας βοηθήσει να κοιμηθείτε ευκολότερα.
6. ΔΥΟΣΜΟΣ (Ανακουφίζει από τη δυσπεψία, αναζωογονεί τους κουρασμένους μυς.)
Η μέντα αναπτύσσονται γρήγορα. Φυτέψτε τη σε γλάστρα και μην αφήσετε το χώμα να στεγνώσει. Μαζεύετε πάντα τα νεαρά φύλλα.
Χρησιμοποιήστε το ως
– παυσίπονο για το στομάχι
Έχει τονωτικές, διεγερτικές και αντισπασμωδικές ιδιότητες και λειτουργεί κατά της δυσπεψίας, των νευρικών διαταραχών και των ταχυκαρδιών. Καταπραΰνει τους πόνους στο στομάχι και τη χοληδόχο κύστη.
Εμποτίστε πέντε φύλλα για δέκα λεπτά σε ένα φλιτζάνι ζεστό νερό. Στραγγίξτε το και πίνετε μετά από κάθε γεύμα.
– λάδι για μασάζ για τους πονεμένους μυς
7. ΘΥΜΑΡΙ (Ανακουφίζει από το βήχα.)
Φύτεψε φιντανάκια σε ένα ηλιόλουστο σημείο και αφήστε το λίπασμα σχεδόν να στεγνώσει ανάμεσα στα ποτίσματα. Μπορείτε να μαζεύετε τα φύλλα ή τα βλαστάρια οποιαδήποτε στιγμή. Αν, όμως, θέλετε να τον αποξηράνετε, περιμένετε μέχρι τα τέλη του καλοκαιριού, πριν ανθίσει.
Χρησιμοποιήστε το ως
– μείγμα για το βήχα
Εμποτίστε 2 κουταλιές της σούπας φρέσκα βλαστάρια για δέκα λεπτά σε ένα φλιτζάνι νερό που μόλις βράσατε. Στραγγίξτε και πιείτε.

8. ΦΑΣΚΟΜΗΛΟ (Χαρίζει υγιή μαλλιά, απαλύνει τον πονόλαιμο, ανακουφίζει από το πρήξιμο.) Η φασκομηλιά δε χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα. Απλώς χρειάζεται συχνό κλάδεμα για να δημιουργούνται νέα βλαστάρια και να μην ψηλώσει πολύ. Είναι καλύτερα να χρησιμοποιείτε φρέσκα φύλλα, αλλά μπορείτε να τα βάλετε σε σακουλάκια στην κατάψυξη.
Χρησιμοποιήστε το
– για να αποκαταστήσετε το χρώμα των σκούρων μαλλιών
Ξεπλύντε τα μαλλιά σας στο τέλος με τσάι φασκόμηλου, φτιαγμένο με 2 κουταλιές της σούπας φρέσκα φύλλα εμποτισμένα σε μισό λίτρο βραστό νερό για 10 λεπτά.- για γαργάρες για τον πονόλαιμοΠεριχύστε 2 κουταλιές της σούπας φρέσκα φύλλα με βραστό νερό. Προσθέσθε μέλι και αφήστε το να κρυώσει λίγο. Έπειτα, κάντε γαργάρες. Αν θέλετε μπορείτε να το καταπιείτε.
– για κατάπλασμα στα στραμπουλήγματα
Λιώστε μια χούφτα φύλλα με έναν μικρό πλάστη. Βάλτε τα σε ένα κατσαρολάκι, ρίξτε μηλόξυδο και σιγοβράστε τα μέχρι να μαλακώσουν. Στύψτε απαλά τα φύλλα, τυλίξτε τα σε ένα κομμάτι ύφασμα και βάλτε στην πονεμένη περιοχή όσο είναι ακόμα ζεστά.

9. ΑΛΟΗ ΒΕΡΑ (Ανακουφίζει από τα τσιμπήματα εντόμων και τα εγκαύματα (ηλιακά και μη).)
Είναι εύκολη να καλλιεργηθεί από τους αρχάριους καθώς δε χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Βάλτε αλόη βέρα σε μια γλάστρα σε εξωτερικό χώρο, μακριά από το ηλιακό φως. Αφήστε το χώμα να στεγνώσει πριν ποτίσετε και μαζεύετε τα χαμηλά φύλλα.
Χρησιμοποιήστε τη
– πάνω στο καμένο δέρμα
Κόψτε πρώτα ένα φύλλο κατά μήκος, χωρίστε το σε κομμάτια των 5 εκ., τυλίξτε το καθένα σε διάφανη μεμβράνη και βάλτε τα στην κατάψυξη. Όταν τα χρειαστείτε, ξετυλίξτε ένα κομμάτι και τρίψτε απαλά την πλευρά με τη γέλη πάνω στο δέρμα. Τα κομμάτια αντέχουν μέχρι και εννέα μήνες.

10. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ (Αποκαθιστά τη συγκέντρωση.) Ο βασιλικός χρειάζεται πολλή ζέστη. Βάλτε έτοιμο το φυτό (τα φιντανάκια είναι δύσκολα) σε ένα ηλιόλουστο σημείο και φροντίστε να το ποτίζετε τακτικά ώστε να είναι πάντα υγρό το χώμα. Προσθέστε μικρή ποσότητα λιπάσματος κάθε μήνα για να το διατηρείτε σε καλή κατάσταση. Μαζεύετε τα εξωτερικά φύλλα, που μπορείτε να βάλετε και στην κατάψυξη για αργότερα.
Χρησιμοποιήστε το
– ως ενισχυτικό συγκέντρωσης
Κόψτε ένα φυλλαράκι, τρίψτε το ανάμεσα στα δάχτυλά σας και εισπνεύστε το άρωμά του.

11. Μαϊντανός ή πετροσέλινο: Διετές φυτό. Καλλιεργείται σε εύκρατες χώρες και χρησιμοποιείται κυρίως στη μαγειρική και σε σαλάτες. Γνωστό από την αρχαιότητα ως αρωματικό βότανο αλλά και ως φάρμακο σε διάφορες παθήσεις. Είναι πλούσιος σε βιταμίνη C .

 


12. Σέλινο: Διετές φυτό, της ίδιας οικογένειας με το μαϊντανό. Χρησιμοποιείται απο την αρχαιότητα στη μαγειρική αλλά και ως φάρμακο, από τους Έλληνες, τους Ρωμαίους και τους Κινέζους. Το σέλινο είναι ορεκτικό, χωνευτικό και τονωτικό. Χρησιμοποιείται κατά των παθήσεων των νεφρών, της ουροδόχου κύστης και των αρθριτικών. Περιέχει σίδηρο, ασβέστιο, φώσφορο, βιταμίνη C, B1, B2 και Κ.

 


13. Άνηθος: Αρωματικό φυτό πλούσιο σε θεραπευτικές ιδιότητες. Χρησιμοποιείται ως ορεκτικό και τονωτικό. Είναι διουρητικός και βοηθάει στην καταπολέμηση της παχυσαρκίας. Βοηθάει επίσης στην υδροπικία και είναι κατά της ανεμοβλογιάς και της ιλαράς. Οι σπόροι του άνηθου καταπολεμούν τα κοιλιακά αέρια και τους κολικούς στα μικρά παιδιά.

 


14. Μέντα: Αρωματικό ετήσιο φυτό που το συναντάμε σε όλη την Ελλάδα. Υπάρχει η μέντα η πιπερώδης και η πουλέγιος ή αλλιώς φλισκούνι. Φυτό με με ευχάριστη γεύση και πολλές θεραπευτικές ιδιότητες. Ως αφέψημα είναι ιδιαίτερα χωνευτική, αφού τονώνει την παραγωγή χολής και τη λειτουργία του συκωτιού. Καταπολεμά το κρυολόγημα και το βήχα, έχει αντισπασμωδικές ιδιότητες, αντιεμετικές και αντισηπτικές, όπως ο δυόσμος και βοηθάει στις δερματικές παθήσεις. Λειτουργεί κατά των συμπτωμάτων της κολίτιδας και του κολικού. Το φλισκούνι συνιστάται κατά του εμετού και ρυθμίζει την έμμηνο ρύση.

15. Δενδρολίβανο: Γνωστός από την αρχαιότητα αειθαλής θάμνος, μεσογειακής καταγωγής. Οι τρυφεροί βλαστοί και τα φύλλα του χρησιμοποιούνται ως αρωματικό στη μαγειρική, κυρίως στα ψητά και ιδιαιτέρως στο αρνί και το κατσίκι. Στη ζαχαροπλαστική χρησιμοποιείται στη παρασκευή γλυκών του κουταλιού. Στη φαρμακευτική, από το δενδρολίβανο παρασκευάζεται φάρμακο για τους ρευματισμούς, το βήχα και τους ερεθισμούς του στόματος.
Το μυστικό
Οι συνταγές απευθύνονται σε υγιή άτομα που δεν ταλαιπωρούνται από κάποιες παθήσεις. Αν είστε έγκυος, συμβουλευτείτε τον γυναικολόγο σας πριν δοκιμάσετε κάποια βότανα, όπως η αλόη βέρα και το φασκόμηλο.

Advertisements

Νέα χρονιά με το βλέμμα μας στους στόχους μας! Καλή χρονιά!

hny

 

Καλή χρονιά αγαπητοί φίλοι! Με υγεία πάνω απ’ όλα και με δυνατά μελίσσια!

Η μελισσοχρονιά έχει ήδη ξεκινήσει από το φθινόπωρο, όμως η χρονιά για μας τους ανθρώπους ξεκινά από απόψε. Γεμάτοι όνειρα ατενίζουμε το μέλλον και σχεδόν αδημονούμε να περάσει ο καιρός που θα μας βάλει μέσα στο επίκεντρο των μελισσοκομικών πραγμάτων, καθότι είμαστε ανήμποροι αυτήν την εποχή να κάνουμε το οτιδήποτε σχετικό με την μελισσοκομία. Δεν σας κρύβω ότι αυτήν την στιγμή που γράφω αυτήν την ανάρτηση δεν έχει αλλάξει ακόμα ο χρόνος, έξω χιονίζει και η σκέψη μου είναι στα μελίσσια. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί έχουν την ίδια σκέψη και καθησυχαζόμαστε όλοι από το γεγονός ότι η μέλισσα έχει επιβιώσει από πολύ δυσκολότερους χειμώνες. Άλλωστε η καλοκαιρία των Χριστουγέννων κάθε άλλο παρά φυσιολογική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Όμως αν όλα έχουν λειτουργήσει ρολόι το φθινόπωρο, τα μελίσσια έχουν ανανεώσει τους πληθυσμούς τους και μάζεψαν γύρη, σε συνδυασμό με την καλοκαιρία των προηγούμενων ημερών θα άργησαν να ξεγονιάσουν. Δυνατά μελίσσια στην διαχείμαση μαζί με την τροφοδοσία ζαχαροζύμαρου οδηγούν τα μελίσσια στην άνοιξη με ασφάλεια. Τα χιόνια πολλές φορές προστατεύουν τις κυψέλες από τους δυνατούς κρύους ανέμους. Έχουμε ξαναπεί ότι η δουλειά μας είναι στην αποθήκη αυτόν τον καιρό. Ανανέωση του εξοπλισμού, ανακατασκευές, προετοιμασία είναι στις άμεσες αρμοδιότητές μας τέτοιον καιρό. Τέλος αυτού του μήνα θα ανοίξουν και οι αμυγδαλιές και οι πρώτες πτήσεις δεν θα αργήσουν να έρθουν ιδιαίτερα στις Αλκυονίδες ημέρες.

Βρίσκομαι σε πειρασμό να ξεκινήσω αναρτήσεις με μελισσοκομικούς χειρισμούς ανά μήνα για τους νεότερους μελισσοκόμους, όμως δεν θα το κάνω (ακόμα) καθότι το διαδίκτυο είναι γεμάτο από δαύτους και μερικά από αυτά τα κείμενα είναι εξαιρετικά. Δεν θέλω να το παίξω δάσκαλος και, όπως έχω ξαναπεί, πάντα το φιλτράρισμα όλων όσων διαβάζουμε θα μας μάθει πολλά πράγματα.Άλλωστε κάθε φορά που βλέπεις ανθισμένα τοπία μια ελπίδα ότι όλα καλά θα πάνε σε διακατέχει. Εχθές όπως επέστρεφα στην βάση μου από ταξίδι, στις άκρες του δρόμου το ξυνάκι ήταν ανθισμένο.Η σκέψη είναι πάντα στα μελίσσια και σχεδόν ονειρεύτηκα πότε θα φτάσει η άνοιξη να αρχίσουμε δουλειά μαζί με τις μέλισσες, τους συνεργάτες μας. Αυτό που έχω σκοπό να κάνω, για αυτό εδώ το blog είναι να επικεντρωθώ στην επαγγελματική μελισσοκομία και το πως μπορεί αυτή να γίνει αποδοτική. Η σχέση δηλαδή τιμής και απόδοσης να έχει λόγο μεγαλύτερο του ενός. Γιατί οι εποχές είναι δύσκολες και η ενασχόληση με την μελισσοκομία προϋποθέτει συνεχή καταβολή όχι αμελητέων κεφαλαίων. Αυτός είναι ένας καλός τρόπος να παραμείνει κάποιος μελισσοκόμος. Και το λέω γιατί σύμφωνα με δημοσίευμα του Μελισσοκομικού Βήματος και σχετικό άρθρο υπάρχει αύξηση του αριθμού μελισσοσμηνών , αλλά μείωση των μελισσοκόμων, που σημαίνει ότι υπάρχει μία συγκέντρωση μελισσοκομικού κεφαλαίου στους μεγαλύτερους μελισσοκόμους ενώ φαίνεται ότι όλο και περισσότεροι νέοι τα παρατούν χτυπημένοι από την κρίση, προφανώς. Αυτό είναι κάτι αποθαρρυντικό γιατί το μέλλον της μελισσοκομίας στην Ελλάδα είναι στους νέους μελισσοκόμους. Βέβαια υπάρχουν μελισσοοικογένειες με βαθιά παράδοση στην μέλισσα που κρατούν καλά τα ινία της γνώσης μέσα από την παράδοση, όμως το νέο αίμα και μία αίσθηση φρεσκάδας είναι απαραίτητη. Πρέπει να καταλάβουν όλοι οι μεγαλοκαρχαρίες που κινούν τα νήματα ότι και αυτοί θα έχουν δουλειά αν οι βάσεις για ορθή μελισσοκομική πρακτική στους νεότερους λάβει χώρα. Η μελισσοκομία έχει μία αμφισημία καθώς είναι κάτι που ευδοκιμεί σε συλλογικό επίπεδο, όμως είναι και κάτι πολύ προσωπικό καθώς αφορά τον καθένα μελισσοκόμο με την μελισσοκομική φιλοσοφία και στάση που κρατά απέναντι στις μέλισσες.

Ο παραγωγός έχει ανάγκη από την προστιθέμενη αξία στο προϊόν του και οι γνώσεις για να το καταφέρει αυτό είναι πέρα της μελισσοκομίας. Η επένδυση κεφαλαίων στην πρωτοποριακή συσκευασία και την διαφήμιση είναι κάτι που θα δώσει μεγαλύτερο κέρδος εν καιρώ. Όμως , την χρονιά που πέρασε, τα νέα για την απόδοση της μελισσοκομίας δεν ήταν ενθαρρυντικά. Συγκεκριμένα η χρονιά ξεκίνησε άσχημα με τον έλατο να οδηγεί τα πρώτα ρίσκα σε ναυάγιο. Ευτυχώς το θυμάρι πήγε λίγο καλύτερα και το πεύκο που ανέβασε για μια ακόμα χρονιά την απόδοση. Το βαρρόα έδειξε να κερδίζει κατά κράτος τις μάχες, κάτι ανησυχητικό και το σκαθάρι βρίσκεται ήδη προ των πυλών. Τα πράγματα δηλαδή δεν είναι ρόδινα , όπως θέλουν οι μεγαλοκαρχαρίες να λένε. Τουλάχιστον οι νέοι στον χώρο να το κρατήσουν στο πηλίκο αυτό, το βροντοφωνάζω και εφιστώ την προσοχή.

Ο επαγγελματίας μελισσοκόμος είναι νομάς, ταξιδεύει πολύ και περνά τις ώρες του στα βουνά και στις ερημιές μαζί με τις μέλισσες για να φέρει σε πέρας το έργο του. Μη νομίζει κανείς νέος ότι αγοράζοντας δέκα κυψέλες έγινε μελισσοκόμος που θα λύσει το οικονομικό πρόβλημα της ζωής του. Η ιεραρχία στα θέλω μας παίζει πρωτεύοντα ρόλο. Η γνώση του που βαδίζουμε είναι αυτή που θα μας κάνει να αποφύγουμε τις λακούβες και τους βάλτους. Τα λάθη να γίνουν μαθήματα και τα πάθη να γίνουν πυξίδα για την πορεία μας.

Έχει ο Θεός για όλους, έχει και για μας αγαπητοί φίλοι. Δεν θέλω να σας κουράσω άλλο με τις αμπελοφιλοσοφίες μου, βρήκα στο διαδίκτυο μια ωραία συνταγή για καραμέλες μελιού ιδανικές για τον βήχα, νόστιμες και λαχταριστές, που ταιριάζουν στις οικοτεχνίες μας. Σπεύσατε όλοι οι συνάδελφοι που καταπιάνονται με τα πάντα, μια και αυτόν τον καιρό χρόνος υπάρχει να τις δοκιμάσετε, αξίζει:

ThroatDrops_WR-2-e1389029044286

(Η συνταγή αποτελεί αναδημοσίευση από το soulme.gr)

 

Καραμέλες για το βήχα με μέλι, λεμόνι και τζίντζερ!

Χρόνος μαγειρέματος: 15 λεπτά

Συνολικός χρόνος: 40 λεπτά

Συντήρηση: 1 μήνας

Συστατικά

    • 300ml νερό
    • 15ml μέλι
    • χυμός από 1/2 λεμόνι
    • 250ml καστανή ζάχαρη
    • 125ml πιπερόριζα κομμένη σε μεγάλα κομμάτια
    • 1 συσκευασία βιολογική ζάχαρη άχνη
Θα χρειαστούμε ακόμη:
  • 1 θερμόμετρο καραμέλας

CoughDropsSteps_WR-2

Εκτέλεση συνταγής

  1. Σε ένα κατσαρολάκι βράζουμε τα κομμάτια φρέσκιας πιπερόριζας. Στη συνέχεια προσθέτουμε το χυμό από μισό λεμόνι.
  2. Σουρώνουμε την πιπερόριζα φροντίζοντας να πάρουμε 250ml από αυτό το θωλό αφέψημα.
  3. Σε ένα ταψάκι απλώνουμε τη ζάχαρη άχνη και με το δάχτυλο μας φτιάχνουμε καλούπια μεγέθους μιας καραμέλας, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες που ακολουθούν.
  4. Ρίχνουμε το αφέψημα πιπερόριζας και την καστανή ζάχαρη σε ένα κατσαρολάκι μικρό αλλά βαθύ. Βράζουμε σε μέτρια προς υψηλή θερμοκρασία χωρίς να ανακατεύουμε μέχρι το θερμόμετρο να δείξει 150 βαθμούς C. Θα πρέπει να προσέχουμε την κατσαρόλα καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας καθώς η καραμέλα θα δημιουργήσει αφρούς και ενδεχομένως να φουσκώσει. Μόλις πάρει τη σωστή θερμοκρασία απομακρύνουμε την κατσαρόλα από το μάτι της κουζίνας.
  5. Προσέχουμε ιδιαίτερα καθώς η καραμέλα καίει πολύ!
  6. Ρίχνουμε τη ζεστή καραμέλα σε ένα δοχείο με στόμιο ώστε να μπορούμε να την περιχύσουμε στο ταψί με την άχνη.
  7. Με προσοχή χύνουμε την καραμέλα στα καλούπια που έχουμε δημιουργήσει στη ζάχαρη άχνη.
  8. Αφήνουμε τις καραμέλες να κρυώσουν για 5 λεπτά.
  9. Μόλις κρυώσουν τις γυρίζουμε ώστε να καλυφθούν και από την άλλη μεριά φροντίζοντας να μην κολλήσουν μεταξύ τους.
  10. Κοσκινίζουμε τις καραμέλες για να φύγει η περιττή ζάχαρη.
  11. Αποθηκεύουμε σε δροσερό μέρος, σε γυάλινο δοχείο που κλείνει αεροστεγώς, καθώς οι χειροποίητες καραμέλες έχουν την τάση να απορροφούν υγρασία και να κολλάνε.

Σημειώσεις:

Ο καιρός είναι ότι πρέπει για μικρά κρυολογήματα… Ένας μικρός πονόλαιμος ίσως και βήχας, λίγη καταρροή και τρέχουμε αμέσως στο πρώτο φαρμακείο για ανεφοδιασμό. Τι θα λέγατε αν προσπαθούσαμε να αντιμετωπίσουμε ένα μικρό κρυολόγημα πιο φυσικά; Πρόσφατη μελέτη πως στην αντιμετώπιση του πονόλαιμου το μέλι φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματικό από ένα σιρόπι για το βήχα. Ειδικά σε ευαίσθητες ομάδες όπως είναι τα παιδιά καλό είναι να αποφεύγουμε την υπερβολική χρήση φαρμάκων ειδικά όταν αυτό δε μας το έχει προτείνει ο γιατρός μας.

Βρώσιμες ελιές.

Ελιά καλαμών-εικόνα από το agrinovoice.gr

Ελιά καλαμών-εικόνα από το agrinovoice.gr

Ελιές Αγρινίου: Τις μαζεύουν πράσινες, τις χαράζουν σε τρεις μεριές του μάκρους και τις ξεπικρίζουνε με νερό. Τελευταία τις βάζουν στην άρμη. Το ξεπίκρισμα τελειώνει σε 8-10 μέρες, όταν συχνότερα αλλάζουμε το νερό. Τότε τις ρίχνουν σε κάδη των 1000 οκ. με άρμη 14-15 τα εκατό. Κι’ όταν πρόκειται να τις στείλουνε στην κατανάλωση βγάζουν από την κάδη όσες χρειάζονται και τις βάζουνε σε μικρά βαρέλια με άρμη 14 τα εκατό.

Ελιές Πύργου (Μοριά): Τις χαράζουνε σε τρεις μεριές του μάκρους και τις ξεπικρίζουν με καθαρό νερό πού αλλάζουνε κάθε μέρα. Ύστερα τις ρίχνουνε σε άρμη και όταν αλατιστούν όσο πρέπει τις μεταφέρουν σε μικρά βαρέλια ή συνηθέστερα σε τενεκεδένια δοχεία με άρμη και λίγο ξίδι, φέτες λεμονιού και ψιλοκομμένο σέλινο. Τα δοχεία αυτά τα κολλούνε πριν τα στείλουνε στην κατανάλωση. Οι Πυργιώτες και όσοι ξεπικρίζουνε τις ελιές χαραγμένες πρέπει ν’ αφήσουν αυτή τη συνήθεια και να τις δουλεύουνε αχάραγες με διάλυση (λυσίβα) καυστικής σόδας. Έτσι και ποιότητα πολύ καλύτερη θα κάνουν, λιγότερο θα στοιχίζουν, μεγαλύτερη φιγούρα θα κάνουν και περισσότερο θα διατηρούνται. Το χάραγμα πάντα είναι πληγή πού συντρέχει στο σάπισμα της ελιάς. Οι Πυργιώτες έχουν ελιές πού μπορεί να γίνουνε πολυτελείας, όταν διαλεχτούνε, ξεπικριστούν αχάραγες με καυστική σόδα και μπούνε, ύστερα από την άρμη, σε όμορφα ειδικά μπουκαλάκια με εκλεχτό λάδι, διυλισμένο και ζουμί νεραντζιού. Πριν μεταχειριστούμε το λάδι το χτυπούμε με το νεραντζόζουμο ή σε έλλειψη με ζουμί από λεμόνια η με τρυγικό οξύ (ξινό του φαρμακείου) ή κιτρικό οξύ σε κανονική αναλογία.

Με δοκιμές που κάναμε πετύχαμε θαυμάσιες πράσινες ελιές μ’ αυτόν εδώ τον τρόπο:
Σε ξύλινο βαρέλι λειώνουμε για 10 οκ. ελιές 100 δράμια καυστική ποτάσα ή σόδα σε 10 οκ. καυτό νερό και τις ξεπικρίζουμε αχάραγες μέσα σε 1 5-20 ώρες. Κατόπι τις βγάζομαι από τη λυσίβα και τις βάζομε σε καθαρό νερό που αλλάζουμε πρωί και βράδυ 5-6 μέρες. Εννοείται πως πρέπει να είναι πλακωμένες με μάραθο για να είναι κολυμπητές. Ύστερα τις ρίχνομε σε άρμη που κάνομε με 13 δράμια αλάτι για κάθε οκά νερό. Όταν θέλουμε να τις διατηρήσουμε τις διαλέγομε να είναι γερές και τις ρίχνομε διαλέγοντας σε βαρελάκι με λίγο νερό για να μη χτυπιούνται και πληγώνονται. Τελειώνοντας το διάλεγμα τις βάζομε αχάραγες σ’ ασβεστόνερο για 5 -10 μέρες. Σε 20 oκ. νερό λειώνουμε 100 δράμια ασβέστη. Βγάζοντας τις ελιές από το ασβέστη τις διατηρούμε σε άρμη κορεσμένη, κι’ από ‘κει παίρνομε όσες θέλομε τις ξεπικρίζουμε με καθαρό νερό και τις φτιάνομε με τους γνωστούς τρόπους.

Μαύρες ελιές εμπορίου

Καλαμών: Είναι γνωστές παντού και στο εξωτερικό, εκτιμούνται πολύ και γίνονται από τα σόγια μπουράκλες και χοντρολιές. Τις μαζεύουν όταν μαυρίσουνε καλά και πριν ζαρώσουν και διαλέγοντας, ξεχωρίζουνε τις γερές και χονδρές από τις σκουληκιασμένες, πληγωμένες και γενικά σκάρτες. Αυτές τις στέλνουν στο λιοτρίβι και τις γερές χαράζουν στο μάκρος σε δυο-τρεις μεριές με πολύ κοφτερό μαχαίρι και τις ξεπικρίζουνε με καθαρό νερό που αλλάζουν κάθε δυο μέρες. Το χάραγμα είναι εργασία πού δεν παίρνει αναβολή και πρέπει να γίνεται αμέσως με το μάζεμα γιατί αν αμελήσουμε οι ελιές θα ζαρώσουνε και θα χάσουν τη καλή ποιότητα τους. Όταν όμως τύχει να μην έχουμε καιρό να το κάνουμε αμέσως βάζουμε τις ελιές για δυο το πολύ μέρες σε νερό. Όταν οι ελιές χαραχτούνε και ξεπικρίσουν τις πλένουμε και τις βάζομε σε άρμη για λίγες ημέρες ώσπου ν’ αλατιστούνε και από εκεί τις μεταφέρομε σε ξίδι όπου μένουν δυο το πολύ μέρες. Τελευταία γεμίζομε μ’ αυτές στρογγυλά και όμορφα τενεκεδένια κουτιά, προσθέτομε εκλεχτό διυλισμένο λάδι ώσπου οι ελιές να σκεπαστούνε και τα σφραγίζουμε με κοινή κόλληση. Το πόσο πρέπει να μείνουν οι ελιές στο ξεπίκρισμα, στην άρμη και στο ξίδι εύκολα κανονίζεται με τη γεύση. Οι ελιές των Καλαμών είναι οι πιο περιποιημένες του τόπου μας και θα ήταν καλύτερες και πιο φιγουράτες και περισσότερο θα διατηρούντο αν τις ξεπίκριζαν αχάραγες με αδύνατη διάλυση (ως ενάμισι γράδο) καυστικής σόδας. Έτσι και η δουλειά θα συντόμευε και οι ελιές δε θα πληγώνονταν με το χάραγμα που τις κάνει να σαπίσουν. Οι Καλαματιανοί για να βρούνε πόση δύναμη πρέπει να έχει για τις ελιές τους η διάλυση της καυστικής σόδας, πρέπει στην αρχή να κάμουνε μικρές δοκιμές με 1-2 γράδα Μπωμέ.

Σαλώνων-(Αμφίσης): Οι ελιές αυτές είναι μεγάλες και γνωστές πολύ στην αγορά κι’ έχουνε μεγάλη εκτίμηση οι διαλεγμένες με προσοχή και καλοφτιασμένες. Η σάρκα τους είναι μπόλικη και η γεύση τους καλή. Οι έμποροι πού τις παίρνουν από τούς παραγωγούς (γεωργούς) τις χωρίζουν σε 4-5 ποιότητες κι’ ύστερα τις στέλνουν στην κατανάλωση σε βαρέλια των 80 κι 150 οκάδων με άρμη ή χωρίς άρμη, κατά τον τόπο του προορισμού. Στη Ρωσία στέλνονταν χωρίς άρμη – γιατί πλήρωναν πολύ φόρο – σε βαρέλια των 120 και 130 οκάδων. Στη Βουλγαρία κι Αμερική σε βαρέλια των 80 oκ. Στην Αμερική, Ρουμανία και Ρωσία ξοδεύονται οι καλύτερες ελιές και στην Αίγυπτο οι κατώτερες.
Για το φτιάσιμό τους μεταχειρίζονται κάδες (λάντζες) να χωράνε 500 οκ. ίσαμε 10.000 οκ. ελιές. Οι τελευταίες (οι μεγάλες) είναι οικονομικές μα ζουλίζονται οι ελιές και χαλάει ή ποιότητα τους. Των 1000 οκ. είναι οι πιο κατάλληλες. Λοιπόν, στα Σάλωνα (Άμφισσα) για να τις φτιάσουνε μαζεύουν τις ελιές όταν μαυρίσουν καλά (ωριμάσουν), τις διαλέγουνε σε ποιότητες και τις ρίχνουνε στις κάδες και τις απογεμίζουν με άρμη 10 τα εκατό πού κάνουν σε ξεχωριστό αγγείο και σουρώνουν. Με τρεις μήνες βγάζουν από την κάδη όσες ζουλήθηκαν, τις απλώνουν σε καθαρό πάτωμα αποθήκης για να πάρουν αέρα και μαυρίσουν και με ένα δεύτερο διάλεγμα τις βάζουνε σε βαρέλια γι’ αποστολή, βάζοντας τις ελιές στα βαρέλια ρίχνουν κατά στρώματα χοντρότριμένο αλάτι για να γίνει άρμη.

Κυνουρίας: Ξοδεύονται προπάντων στη Κωνσταντινούπολη κι’ Αμερική και γίνονται με μαύρες (ώριμες) ελιές πού μαζεύοντας ρίχνουνε σε κάδες και βάζουνε σε κάθε στρώμα από 100 οκ. ελιές 10 oκ. αλάτι, άτριφτο και μένα μήνα τις σκεπάζουν με σανίδα ή θυμάρια για να είναι κολυμπητές στην άρμη πού γίνεται από το λιοζούμι λειώνοντας το αλάτι. Τη δύναμη της άρμης δοκιμάζουνε με φρέσκο αυγό. Όταν αυτό πετιέται ως ένα, δίλεπτο λένε πώς ή άρμη έχει 14 τα εκατό δύναμη, που είναι η κατάλληλη. Μα είναι αλήθεια παραφωνία στον αιώνα των μεγάλων ανακαλύψεων να αγνοείται το πυκνόμετρο Μπωμέ.

Αγρινίου: Γίνονται από τις ελιές πού λέγονται φαγωλιές και ξοδεύονται σχεδόν όλες στην Αμερική. Τις μαζεύουν ώριμες και βγάζοντας τις σκουληκιασμένες και κακοφτιασμένες τις χωρίζουν σε ποιότητες. Κατά το γέμισμα της κάδης με ελιές σκορπούνε σε κάθε στρώμα 200 οκάδων κι από 26 οκ. αλάτι, δηλαδή έρχεται 13 τα εκατό. Με 3-4 ημέρες που θα γεμίσει η κάδη τις σκεπάζουν με σανίδα ή μάραθο και βάζουνε απάνω ανάλογη πέτρα για να είναι κολυμπητές. Με 6 μήνες στέλνονται στην κατανάλωση μέσα σε βαρέλια.

Βολιώτικες: Φτιάνονται στο Πήλιο από μαύρες ώριμες ελιές πού μαζεύουνε πριν σταφιδιάσουν (ζαρώσουν), δηλαδή στο βαθμό πού λέγονται βελανίδια. Πριν τις ρίξουνε στην κάδη των 1000 οκ. Χύνουν ίσαμε 50 πόντους νερό και 100 οκ. αλάτι. Στην άρμη αυτή ρίχνονται, ελιές και ανάλογο νερό για να είναι σκεπασμένες και όταν απογεμίσει προσθέτουν ακόμα 2 οκ. αλάτι και με ένα μήνα άλλες 2, δηλαδή έρχεται 14-15 οκ. αλάτι σε 100 οκ. ελιές. Δεν βάζουν τ’ αλάτι με μιας γιατί ζαρώνουν. Σε περίσταση πού η κάδη είχε περσινή άρμη ή και πιο παλιά ρίχνουνε σε αυτή τις ελιές της νέας εσοδείας χύνοντας σε κάθε φορά κι’ ανάλογο νερό, ώσπου να γεμίσει. Μένα μήνα ύστερα προσθέτουν 6 οκ. αλάτι για κάθε 100 οκ. ελιές και περνώντας άλλος ένας μήνας άλλες 6 οκ., δηλαδή όταν έχουν παλιά άρμη βάζουν αλάτι 12 οκ. σε 100 οκ. ελιές. Η κατάλληλη άρμη είναι ή βάση του να πετύχουν οι ελιές. Τη δύναμη της άρμης τη δοκιμάζουν με φρέσκο αυγό. Όταν αυτό βγαίνει απάνω ως μια δεκάρα ή νικελένια δραχμή θα πει πώς είναι κατάλληλη. Σε μερικές επαρχίες ρίχνοντας τις ελιές σε κάδη των 1000 οκ. στην αρχή σκορπίζουν απάνω 40 οκ. αλάτι και εξακολουθούν να θηκιάζουν ελιές και να χύνουν ανάλογο νερό ώσπου να γεμίσει. Τότε βάζουν άλλες 40 όκ. αλάτι και με ενάμιση μήνα 60 ακόμα και γίνονται 14 οκ. αλάτι σε 100 οκ. Ελιές. Και για να χωρέσει ή κάδη περισσότερες κάθε φορά πού ρίχνουν ελιές δεν τις σκεπάζουνε με νερό παρά το αφήνουν ως μια πιθαμή κάτω από την επιφάνεια. Όμως έτσι ζουλίζονται και χαλούν και προπάντων στις μεγάλες κάδες.

Πράσινες ελιές του σπιτιού: Τις πράσινες ελιές πού θα κάνουμε στο σπίτι μας πρέπει να τις ξεπικρίσουμε και να τις φτιάσουμε με μέθοδο απλή και πρόχειρη. Από την παλιά εποχή ο πιο απλός τρόπος είναι να τις χαράξουμε ή τσακίσουμε και να τις ξεπικρίσουμε με σκέτο νερό αλλάζοντας το κάθε μέρα. Είναι πράγματι απλός και πρόχειρος τρόπος, μα έχει το κακό πώς αργεί και μπορεί ώσπου να γλυκάνουν να σαπίσουνε και προ πάντων όταν είναι χαραγμένες ή τσακισμένες. Ας δούμε τώρα πώς τις ξεπικρίζουν άλλου.

Συμφέρον έχουν οι παράγωγοι να περιποιηθούν καλύτερα τις ελιές τους πράγμα πού θα πετύχουν με τούτους τούς τρόπους:

α) να μαζεύουν όσες ελιές μπορούνε με το χέρι και πριν τις βάλουνε στην άρμη να τις χωρίζουν σε ποιότητες και τις πλένουν όταν είναι λασπωμένες
β) να μεταχειρίζονται μικρές κάδες των 1000 οκ. και να μη προσπαθούν να χωρέσουνε περισσότερες από όσες πρέπει να παίρνουν
γ) να μη μεταχειρίζονται ποτέ και για κανένα λόγο παλιά άρμη παρά να κάνουνε κάθε χρόνο φρέσκια και να την σουρώνουν
δ) να ρίχνουν 10-12 οκ, αλάτι σε κάθε 100 οκ. ελιές για να μη γίνονται αρμυρές και
ε) να βάζουνε τις ελιές της πρώτης ποιότητος με καινούργια ή καθαρά και όμορφα βαρέλια και τις άλλες σε άλλα με ξεχωριστή μάρκα. Και να μη ξεχνούν ποτέ πώς περισσότερη αξία και από το προϊόν έχει ή καλή εμφάνιση του.

Στη Γαλλία
Τις πράσινες ελιές που θα τις φτιάσουνε φαγώσιμες για τις ανάγκες του σπιτιού, τις μαζεύουν από το δένδρο με το χέρι και διαλέγοντας τις χωρίζουν σε 2-3 ποιότητες, κατά το χόνδρος τους, τις σκουληκιασμένες και χτυπημένες δεν τις μεταχειρίζονται γιατί μαυρίζουνε στη λυσίβα πού κάνουν βράζοντας 7 1/2 οκ. ψιλοκοσκινισμένη στάχτη και 2 οκ. σβησμένο και κρύο ασβέστη σε 100 οκ. νερό. Στην λυσίβα αυτή βάζουνε τις ελιές χωρίς να την σουρώσουνε. Ή βράζουνε 300 δράμια στάχτη και 80 δράμια ασβέστη σε 10 οκ. νερό για 2 οκ. ελιές. Και τις ρίχνουν όταν χλιάνει και τις ανακατεύουν για να πάει παντού ή στάχτη. Κανονικά σε 48 ώρες ξεπικρίζουν, τις βγάζουν τότε από τη λυσίβα και αμέσως τις πλένουν πρώτα με ξίδι, ύστερα με χλιαρό και τελευταία με κρύο καθαρό νερό ώσπου να φύγει ολότελα η μυρουδιά της λυσίβας. Και ας παρασκευάζει κάθε νοικοκυρά με το τρόπο πού ξέρει. Ομοίως κάνουνε λυσίβα βράζοντας σε 10 οκ. νερό 350 δράμια στάχτη και 60 δράμια ασβέστη. Εννοείται πώς οι συνταγές αυτές αλλάζουνε λίγο, κατά τα σόγια τής ελιάς και το βαθμό τής ωριμάνσεως (πρώιμο ή όψιμο μάζεμα) και πρέπει πάντα να γίνεται πρωτύτερα μικρή δοκιμή, μα τον ασβέστη δεν πρέπει να λείπει γιατί κάνει τη λυσίβα να ενεργεί σύντομα. Παρατήρησαν όμως πώς ξοδεύεται πολύ στάχτη και ζήτησαν να την αντικαταστήσουν έστω κατά το ήμισυ, με ανθρακική σόδα πού στα μπακάλικα πουλιέται για ποτάσα. Την έλειωσαν σε καυτό νερό και πρόσθεσαν 2 οκ. άσβεστη σβησμένο και 8 οκ. ψιλοκρησαρισμένη στάχτη, την σούρωσαν και τελευταία έχυσαν τόσο νερό όσο χρειάζεται για να δείξει το γράδο (Μπωμέ) 8 βαθμούς. Στην λυσίβα αύτη έριξαν τις ελιές και κάθε 2-3 ώρες έκοβαν 3-4 απ’ αυτές και παρατηρούσαν μην άλλαξε ή σάρκα τους. Έτσι κανόνιζαν πόσες ώρες πρέπει να μείνει στη λυσίβα το κάθε σόι ελιάς. Όταν ξεπίκριζαν τις έβαζαν 4-5 μέρες σε βαρέλι ή πιθάρι πού να ‘χει χαμηλά τρυπά με τάπα για ν’ αδειάζει και γεμίζει εύκολα με φρέσκο νερό. Με τέτοιο πλύσιμο φεύγει ή μυρουδιά της λυσίβας κι οι ελιές μπαίνουνε σ’ άρμη 5-11 γράδα Μπωμέ. Μερικοί στη άρμη αυτή για να μυρίζει βράζουνε σε ανάλογο νερό φλούδες. πορτοκαλιού, μάραθο η άνηθο και το χύνουν μέσα.

Στην Ιταλία
Τις ξεπικρίζουν αχάραγες σε λυσίβα από 10 οκ. νερό, μια οκ. στάχτη κι 100 ή 70 δράμια ασβέστη σβησμένο. Η λυσίβα αύτη είναι ή συνηθισμένη μα άλλοτε την κάνουν πιο δυνατή, όταν οι ελιές είναι φυσικά πολύ πικρές κι άλλοτε αδύνατη, όταν είναι γλυκές ή μαζεύονται όψιμα.
Γι’ αυτό κάθε νοικοκύρης πρέπει να κάνει στον τόπο του πρώτα μικρή δοκιμή με λίγες ελιές για να κανονίσει με την πράξη τη δύναμη της λυσίβας και να την κάνει με διάφορη δύναμη. Με κατάλληλη λυσίβα οι ελιές ξεπικρίζουν σε 48 ώρες και η δύναμή της πρέπει να ορίζεται με πυκνόμετρο Μπωμέ.
Όταν ξεπικρίσουν τις πλένουνε πολλές φορές με καθαρό νερό για να φύγει και η παραμικρή μυρουδιά της λυσίβας. Έτσι ξεπικρισμένες μπορούμε να τις βάλουμε:

α’) σε σκέτη άρμη 10-11 γράδα.
β’) σε άρμη και κατόπι σε ξύδι.
γ’) σε άρμη με ξύδι, φέτες λεμονιού, καρότου και ψιλοκομμένο σέλινο.
δ’) σε άρμη και κατόπι σε λάδι και
ε’) σε άρμη κι ύστερα σε ξύδι και τελευταία σε λάδι.
Το πόσο πρέπει να μείνουνε στην άρμη και πόσο στο ξύδι κανονίζεται με τη γεύση. Παίρνοντας τις ελιές από την άρμη μπορούμε να τις βάλουμε σε μπουκαλάκια με σάλτσα πού κάνομε χτυπώντας λάδι και ζουμί λεμονιού, ή με σκέτη άρμη (10 γράδα) και να τις αποστειρώσουμε.

Στον τόπο μας
Για να ξεπιάσουνε πιο γρήγορα ρίχνουνε στο νερά μισή οκά αλάτι για κάθε 10 οκ. ελιές. Στην περίσταση αυτή το αλλάζουν μονάχα 3-4 φορές ώσπου να ξεπικρίσουν, πρέπει όμως σε κάθε αλλαγή νερού να βάζουμε τη μισή οκά αλάτι. Όταν ξεπικριστούν μπαίνουνε στην άρμη, ύστερα στο ξύδι και τελευταία σε διαλεχτό, διυλισμένο και μπόλικο λάδι για να είναι κολυμπητές. Έτσι γίνονται οι πράσινες ελιές Καλαμών. Τώρα ας δούμε κι’ άλλους τρόπους.

Τσακιστές: Γίνονται με ματσολιέςς όπως λέγεται στην Καλαμάτα το σόι αυτό τής ελιάς. Τις μαζεύουν πράσινες και τις τσακίζουν επάνω σε μαρμάρινη πλάκα χτυπώντας τες ελαφρά με ξύλο. Έτσι τσακισμένες τις ξεπικρίζουν σε καθαρό νερό πού αλλάζουνε ίσαμε δυο φορές την ημέρα. Σε 12 μέρες έχουν γλυκάνει, -τότε τις αλατίζουν σε πιθάρι ή ασκί, χύνουνε λάδι κι’ ανάμεσα βάζουν φέτες λεμονιού ή νεραντζιού. Μερικοί τις πιο πράσινες και γερές ελιές δεν τις τσακίζουν παρά τις εργάζονται αχάραγες σε νερό χωρίς να το αλλάξουν. Σε ένα μήνα τις φτιάχνουνε τσακιστές.

Λαδιού: Ξοδεύονται στην Αθήνα και γίνονται από τα σόγια μεγαρίτικες και αθηναϊκές. Για να τις φτιάσουν τις μαζεύουνε πράσινες, τις διαλέγουν και τις ξεπικρίζουν σε πήλινο αγγείο με καθαρό νερό πού αλλάζουνε κάθε μέρα. Το ξεπίκρισμα για πιο σύντομα μπορεί να γίνει, με κοινή ποτάσα. Όταν γλυκάνουν τις ρίχνουνε σ’ άρμη ίσαμε ν’ αλατιστούν κι’ από εκεί τις παίρνουν και μένα κοφτερό μαχαίρι τις χαράζουν του μάκρους σε 2-3 μεριές, κατόπι τις βάζουν για 2 το πολύ μέρες σε ξύδι και τελευταία σε γυάλινο ή πήλινο βάζο με λάδι. Το χάραγμα των ελιών μπορεί να γίνει και στην αρχή.

Τσακιστές εξευγενισμένες: Γίνονται στη Σπάρτη. Εκεί τσακίζουν τις πράσινες ελιές και αμέσως τις ρίχνουνε σε άρμη πού κάνουν λειώνοντας μισή οκά αλάτι για κάθε 10 οκ. ελιές. Κι’ ώσπου να γλυκάνουν αλλάζουνε την άρμη 3-4 φορές. Με άρμη ξεπικρίζουν γρηγορότερα. Και τότε τις αλατίζουν και τις αδειάζουν σε πιθαράκι πού απογεμίζουν με σάλτσα από εκλεκτό λάδι και ζουμί νεραντζιών πού χτυπούνε μαζί.

Ξυδιού
: Γίνοντε ξιδάτες είναι οι κολυμπάδες. Τις διαλέγουνε και τις ξεπικρίζουνε αχάραγες με σκέτο νερό πού αλλάζουν κάθε μέρα. Κι’ όταν γλυκάνουν τις βάζουν σε άρμη και με λίγες ημέρες σε βάζο με ξύδι καλό και μπόλικο για να είναι κολυμπητές. Μερικοί για να είναι οι ελιές ντούρες τις βάζουν, όταν γλυκάνουν πρώτα σε ασβεστόνερο κι’ υστέρα στην άρμη και στο ξύδι. Για να φτιάσουμε ασβεστόνερο σβήνουμε λίγο ασβέστη σε αγγείο με ανάλογο νερό και το αφήνουμε. Με 24 ώρες το ασβέστη έχει κατακαθίσει και στραγγίζομε το ασβεστόνερο.

Τσακιστές διαφορετικές: Παίρνομε πράσινες ελιές από τα σόγια «μεγαρίτικη» και «αθηναίϊκη». Τις διαλέγομε και τσακίζουμε με προσοχή μη σπάσει το κουκούτσι τους και τις ζεπικρίζουμε με νερό πού αλλάζομε κάθε μέρα. Ύστερα τις βάζομε σε άρμη, τις σκεπάζουμε με μάραθο και σε λίγες ημέρες είναι γενόμενες. Την άρμη την κάνομε σε πιθάρι και μερικοί μεταχειρίζονται το νερό πού έγινε το ξεπίκρισμα όταν δεν το αλλάζουν. Στην άρμη αυτή βάζουνε τις ελιές με μάραθο κι’ απάνω σανιδίτσα μ’ ανάλογο βάρος για να είναι βουτημένες. Άλλοι θέλοντας να διατηρηθούν οι ελιές περισσότερο τις ξεπικρίζουν αχάραγες ή ατσάκιστες και τις ρίχνουν ύστερα σε άρμη’ κι’ οπότε έχουν ανάγκη παίρνουν όσες χρειάζονται, τσακίζουν και τις φκιάνουνε με τον ίδιο τρόπο.

Χαραχτές η σχιζολιές: Γίνονται στην Μονεμβασία. Χαράζουν τις ελιές σε τρεις μεριές του μάκρους και τις ξεπικρίζουνε με σκέτο νερό. Ύστερα τις αλατίζουν σε άρμη και από κει τις βάζουν 24 ώρες σε ξύδι ή νεραντζόζουμο. Τελευταία γεμίζουνε μ’ αυτές βάζους ρίχνοντας μπόλικο λάδι.

Νερολιές: Κι’ αυτές γίνονται στην Μονεμβασία. Τις μισό ξεπικρίζουν με σκέτο νερό, τις βάζουνε σε σακί και τις πλακώνουν με ανάλογο βάρος ώσπου να παστώσουν και σιτέψουν. Τότε τις βγάζουν, τις πλένουν, τις αλατίζουν σε σκάφη ρίχνοντας λάδι και φέτες λεμονιού και τις βάζουν σε ασκί (τουλούμι).

Βλαστάδες: Στη Ζάκυνθο πού τις φκιάνουν ξεπικρίζουν τις ελιές αχάραγες ή τσακισμένες με σκέτο νερό σε 15 μέρες με ταχτικό άλλαγμα του νερού. Μετά τις πλένουνε καλά και τις βάζουν σε άρμη 9 τα εκατό με φέτες λεμονιού και κλωνιά μάραθου.

Μαύρες ελιές του σπιτιού

Μαύρες: Τις φτιάνουνε στη Σπάρτη από κορακολιές πού τις μαζεύουν ώριμες (όταν μαυρίσουνε) και διαλέγοντας τις καλύτερες τις βάζουν σε ασβεστόνερο ίσαμε 24 ώρες. Σε 50 όκ. νερό μεταχειρίζονται 5 οκ. ασβέστη για 100 οκ. ελιές. Βγάζοντας τις ελιές από το ασβεστόνερο τις ξεπικρίζουνε με καθαρό νερό. Μερικοί αντί να τις βάλουνε σε ασβεστόνερο ρίχνουν στο νερό πού τις ξεπικρίζουν μισή οκ. αλάτι για κάθε 40 οκ. ελιές. Με 2-3 αλλαγές του νερού έχουνε γλυκάνει και τις βάζουν πρώτα σε άρμη, ύστερα σε καλό ξύδι και σε μπόλικο λάδι. Το πόσο Θα μείνουνε στην άρμη και στο ξύδι κανονίζεται με τη γεύση.

Παστολιές ή χωραίτικες: Είναι Καλαματιανές και γίνονται με κωροναίϊκες, δηλαδή από τις ψιλές ελιές πού κάνουνε το καλύτερο λάδι. Τις ελιές αυτές μαζεύουν ώριμες τις πλένουν, τις αλατίζουν σε σκάφη και τις αφήνουν 3-5 μέρες για να βγει το λιοοζούμι τους. Τότε τις βάζουνε σε τουλούμι με φέτες πορτοκαλιού και λεμονιού και θρούμπι.

Μεγαρίτικες: Το όνομα τους φανερώνει πώς γίνονται στα Μέγαρα της Αττικής κι’ έχουνε πολύ καλή γεύση και θωριά. Κι’ αυτές γίνονται με ώριμες ελιές πού διαλέγοντας τις ρίχνουνε σε κοφίνι και τις αφήνουν 48 ώρες. Ύστερα τις αδειάζουν και τις αλατίζουν στο ίδιο κοφίνι ή σε ξεφουντωμένο βαρέλι με 10 τα εκατό αλάτι. Όταν μεταχειρίζονται βαρέλι το πιθώνουν βέβαια όρθια κι’ ανοίγουν στην κάτω μεριά τρύπα για να τρέχει το λιοζούμι. Οι ελιές όμως αυτές για να διατηρηθούνε πρέπει να μπουν σε λάδι.

Τομλουμίσιες: Μεταχειρίζονται Σαλωνίτικες ελιές ώριμες και διαλεγμένες, τις αλατίζουν κι’ αμέσως γεμίζουνε αυτές ασκί πού πιθώνουν σε γυρτό τραπέζι με το στόμα κατά κάτω. Με τρεις ημέρες ανοίγουν το ασκί για να χυθεί το λιοζούμι, πράγμα πού κάνουν κάθε 2-3 ημέρες ώσπου να χυθεί όλο. Τότε προθέτουνε θρούμπι, ανάλογο λάδι κι’ αναταράζουν το ασκί για να πάει παντού και το πηγαίνουν σε δροσερό υπόγειο όπου οι ελιές αυτές βαστούνε κι’ ένα χρόνο.

Ξηρές: Είναι οι γνωστές παραγινωμένες (χαμάδες) πού λέγονται θρούμπες κι’ είναι γλυκές. Τις ελιές αυτές τις πλένουν κι’ όταν στεγνώσουν τις αλατίζουν σε κοφίνι, μα για να διατηρηθούν πρέπει να μπούνε σε λάδι.

Μαύρες: Τις μαζεύουν ώριμες και πριν ζαρώσουνε και τις πλένουν, αν είναι λερωμένες, και σαν στεγνώσουν τις αλατίζουν σε κοφίνι βάζοντας από πάνω σανίδα μ’ ανάλογο βάρος (πέτρα) και ανάτινάζουνε κάποτε-κάποτε το κοφίνι για ν’ ανακατωθούν οι ελιές. Στη θέση αυτή μένουν ώσπου να σταφιδιάσουνε (ψηθούν). Τότε τις αδειάζουνε σε σκάφη για να προσθέσουν ρίγανη και λάδι. Στο σημείο αυτό τις πουλούν ή τις βάζουνε σε πινιότα με λίγο ξύδι και φέτες λεμονιού ανάλογα με τη ποσότητα των ελιών, μα και σε σκέτο λάδι να τις βάλουν είναι αρκετό.

Τουλουμιού: Γίνονται από ώριμες ελιές πού πλένουν κι’ όταν στεγνώσουν τις αλατίζουν σε κοφίνι ρίχνοντας το αλάτι κατά στρώματα. Κι’ όταν ψηθούνε τις πλένουν και τις απλώνουν στον ήλιο για να σταφιδιάσουν και τις βάλουνε σε ασκί με μια οκά λάδι για κάθε 10 οκ. ελιές και με θρούμπι και μερικές φέτες λεμονιού. Το ασκί το πιθώνουν σε δροσερή αποθήκη και το αναποδογυρίζουν κάθε 5-6 μέρες.

Μαύρες: Κι’ αυτές γίνονται ομοίως από ώριμες ελιές πού πρώτα πλένουν και στεγνώνουν κι’ ύστερα αλατίζουν σε κοφίνι ή βαρέλι ξεφούντωτο και όρθιο με τρύπα στην κάτω μεριά για να χύνεται το λιοζούμι. Αλάτι μεταχειρίζονται χονδροτριμμένο και το ρίχνουνε κατά στρώματα σε αναλογία μια οκά σε κάθε 10 οκ. ελιές. Το κοφίνι ή βαρέλι το πιθώνουν σε σκάφη ή επάνω σε 2 δοκάρια για να τρέχει εύκολα το λιοζούμι. Τελευταία καθίζουνε στις ελιές σανίδα με ανάλογο βάρος (πέτρα) και τις σκεπάζουνε με λινάτσα. Έτσι έχουν ελιές για την κατανάλωσή, μα πολλές φορές αναγκάζονται να τις διατηρήσουν σε άρμη πού φτιάνουν στο ίδιο βαρέλι.

Τουλουμιού: Στις φτιάνουνε στην Άμφισσα μ’ ελιές πού λέγονται πατραίϊκες. Τις μαζεύουν με το χέρι σαν μαυρίσουνε καλά και τις αλατίζουν σε κοφίνι κι’ όταν ψηθούνε τις αδειάζουν σε σκάφη και προσθέτοντας ρίγανη ή θρούμπι, φέτες λεμονιού, και λίγο ψιλοτριμμένο αλάτι, τις βάζουνε μ’ αρκετό λάδι σε ασκί και το δένουνε καλά. Σε περίσταση πού μεταχειρίζονται καινούριο ασκί το μουσκεύουνε πρώτα σε λάδι.

Ασκούδες: Είναι οι ξανθές Αξιώτικες ελιές πού πουλιούνται στην Αθήνα τις νηστίσιμες ήμερες των Χριστουγέννων και τη Μεγάλη Σαρακοστή και γίνονται μ’ ελιές πού μόνες πέφτουν από την πολύ ωρίμαση, δηλαδή γίνονται με χαμάδες πού βάζουνε σε κοφίνια με αλάτι και κλωνιά σκίνου. Αυτές πού κάνουνε για το σπίτι τις αλατίζουν ομοίως σε κοφίνια, μα κρατούν λίγους μήνες σε λάδι διατηρούνται περισσότερο.

Μαύρες: Τις χαράζουνε του μάκρους σε 2-3 μεριές και τις ξεπικρένουν σε νερό πού αλλάζουν πρωί και βράδυ. Όταν γλυκάνουν τις ρίχνουνε σ’ άρμη και σαν αλατιστούνε τις μεταφέρουν σε πήλινο βάζο με λάδι και ξύδι ώσπου να σκεπαστούνε. Μερικοί προσθέτουνε και ρίγανη ή θρούμπι μα λεμόνι φέτες ταιριάζει καλντέρα.

Ασκολιές: Μεταχειρίζονται το σόι κουτσουρελιά στη Σπάρτη πού τις φτιάχνουν. Μαζεύουν ελιές ώριμες, τις αλατίζουν σε κοφίνι και τις πλακώνουν μ’ ανάλογο βάρος (πέτρα) για να στραγγίσουνε πιο γρήγορα. Σε 8-10 μέρες τις βγάζουν, τις πλένουνε, τις αλατίζουν σε σκάφη και τις βάζουν σε ασκί με λάδι, θρούμπι και φέτες λεμονιού και πορτοκαλιού. Κι αν είναι ανάλατες ρίχνομε όσο αλάτι χρειάζεται.

Μαύρες: Αλατίζουν ώριμες ελιές σε κοφίνι με 10 τα εκατό αλάτι ή τις ρίχνουνε σε βαρέλι με άρμη.

Μελάτες: Σε παλαιότερη εποχή τις έφτιαχναν στη Ζάκυνθο με ώριμες ελιές πού διάλεγαν, χάραζαν του μάκρους κι αλάτιζαν σε κοφίνι με 10 τα εκατό αλάτι, στην επιφάνεια έριχναν περισσότερο. Όταν σίτευαν και μπορούσαν να φαγωθούν τις άδειαζαν και τις έπλεναν- κι αν ήταν ανάγκη τις ξεπίκριζαν ολότελα σε λίγες ημέρες με νερό. Ύστερα τις έβαζαν σε πινιότα με εκλεκτό ξύδι και λάδι. Ή με λάδι, μέλι και δυνατό ξύδι σε αναλογία πού να σκεπάζονται. Πριν τα ρίξουνε στην πινιότα, τα ζέσταναν και τ’ άφηναν να κρυώσουν. Για 10 οκ. ελιές ήθελαν μισή οκ. μέλι και 2 οκ. λάδι. Με τον ίδιο τρόπο έφτιαναν και πράσινες πού χάραζαν πρώτα και ξεπίκριζαν με νερό.

Καπνιστές: Στο Πόλι της Ιταλίας τα χωρικά σπίτια έχουνε φαρδιά και ψηλά τζάκια πού μπορούν να κρεμούνε μέσα τις ελιές τους για να γίνουν φαγώσιμες. Εκεί μαζεύουν ώριμες ελιές, τις διαλέγουν και τις βάζουνε χωρίς αλάτι σε τενεκεδένια κόσκινα σε πάχος 12-15 πόντους και τα κρεμούν μέσα στο τζάκι, 2 μέτρα ψηλά από τη φωτιά πού πρέπει να είναι σιγανή- και τις ανακατώνουν κάθε τόσο. Όταν ή φωτιά καίει μονάχα την ήμερα σε 15 μέρες σταφιδιάζουν, όταν όμως καίει μέρα-νύχτα σε 5-6 μέρες είναι έτοιμες. Τότε τις πλένουν με ζεστό νερό και σαν κρυώσουνε τις αλατίζουν σε πυθαράκι προσθέτοντας και μαραθόσπορο. Σε 2-3 ημέρες κατόπι χύνουνε διυλισμένο και καλό λάδι ως να σκεπαστούνε καλά. Έτσι φτιάχνουν οι χωρικοί του Πόλι για τα σπίτια τους αρκετές ελιές πού είναι πολύ νόστιμες και βαστούνε. Δε σκέφθηκαν όμως ποτέ να κάνουνε τέτοιες ελιές για εμπόριο αλλάζοντας σε μερικά μέρη τη μέθοδο τους. Νομίζω πώς στη περίσταση αυτή θα μπορούσε να μεταχειριστεί κάνεις καμίνι ανάλογο και στρογγυλό ή τετράγωνο, 2 μέτρα ψηλό και χτισμένο με πέτρες και λάσπη. Το καμίνι αυτό να έχει ψηλά συρτάρια με πυκνό συρματόπλεγμα για τις ελιές. Αυτά πρέπει βέβαια να βγαίνουν εύκολα για να συναλλάζονται. Με τέτοιο καμίνι θαρρώ πώς θα μπορεί με σιγανή φωτιά να σταφιδιάσουνε πολλές ελιές για εμπόριο και να πουλιούνται αλατισμένες σε όμορφα τενεκεδένια κουτιά με διυλισμένο λάδι. Θα ήταν καλό στις επαρχίες πού καλλιεργείται ή ελιά να φτιάσουνε για δοκιμή λίγες καπνιστές ελιές μ’ όλα τα σόγια για να βρεθεί το καταλληλότερο. Αν μπορούν να γίνουνε στον τόπο μας καπνιστές ελιές ίσως έχει κάτι να ωφεληθεί εκείνος πού θα επιχειρήσει να κάνει τέτοιες για το εμπόριο, από τη σκέψη μας για τη βιομηχανική παρασκευή τους.

 


 

Πηγή: Οι φαγώσιμες ελιές & το λάδι-Παράρτημα Γεωργικού δελτίου Απριλίου 1931

Το παρόν άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από το ftiaxno.gr

 

Γύρη σημαίνει ζωή.

Εικόνα από το http://honey-wine-oil.blogspot.gr/ blog.

Εικόνα από το http://honey-wine-oil.blogspot.gr/ blog.

Ο τίτλος του άρθρου μας , όσο βαρύγδουπος και αν φαίνεται, είναι τόσο αληθινός, όσο δεν φαντάζεστε. Η γύρη παίζει σημαντικό ρόλο στην τροφική αλυσίδα μια και είναι το κλειδί για όλες τις φυσικές διεργασίες εκείνες αναπαραγωγής των φυτών που αξιοποιούνται από τις μέλισσες και κατ’ επέκταση από τον άνθρωπο για την διαβίωσή τους. Όπως είδατε βάλαμε στην ίδια μοίρα τον άνθρωπο και την μέλισσα μια και η τύχη του καθενός μας είναι τόσο άρρηκτα δεμένη στο πέρασμα των αιώνων, παρότι η μέλισσα είναι μακράν πιο αρχέγονος ανεπτυγμένος οργανισμός απ’ ότι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Γι’ αυτό και η μέλισσα , ως επικονιαστής, διατηρεί την γνώση στο DNA της θέτοντας την σημαντικότητά της ως πρωτεύοντα τροφή για την επιβίωσή της.

Όμως ας ξεκινήσουμε με τις βασικές έννοιες. Τί είναι η γύρη; Η Γύρη είναι τα αρσενικά αναπαραγωγικά κύτταρα των Σπερματόφυτων. Αν κοιτάξει κανείς τα φυτά που έχουν άνθη και διακρίνει τους ανθήρες των στημόνων με τους γυρεόκοκκους θα διαπιστώσει τριγύρω και κάποια μέλισσα η οποία επιμελώς μαζεύει την γύρη, την εναποθέτει στα ειδικά καλαθάκια των ποδιών της αφού πρώτα τα πλάσει σε σβόλους με το σάλιο της. Πηγαίνοντας στο επόμενο φυτό, η γύρη που έχει κολήσει στα τριχίδια του σώματός της θα τριφτούν πάνω στον ύπερο του άνθους έτσι ώστε να επιτευχθεί η γονιμοποίησή του. Συχνά , για να γίνει η γονιμοποίηση ενός φυτού θα χρειαστεί παραπάνω από έναν επικονιαστή, επομένως και παραπάνω από μία επίσκεψη στο συγκεκριμένο άνθος. Εμάς στην μελισσοκομία μας ενδιαφέρουν τα λεγόμενα εντομογαμή φυτά, τα φυτά δηλαδή που επικονιάζονται όχι με τον άνεμο, όπως τα ανεμογαμή, αλλά με τα έντομα, όπως της μέλισσες. Η μοίρα μας λοιπόν είναι άρρηκτα δεμένη με την μοίρα ενός τόσο μικρού και υπέροχου πλάσματος , όπως η μέλισσα. Η μέλισσα , για δικιά της εργασία, ανάγκη θα έλεγα, πραγματοποιεί την συλλογή της γύρης, και έτσι γονιμοποιεί και τα φυτά. Δηλαδή η μέλισσα μεριμνά για την διαβίωση του είδους της, αλλά μαζί με αυτή, η φύση αναπαράγεται. Αν αυτό δεν συνέβαινε δεν θα τρώγαμε οπωρολαχανικά, και όπως είχε πει ο Αϊνστάιν,” αν η μέλισσα εξαφανιστεί, τότε στην ανθρωπότητα μένει τέσσερις μήνες ζωής”.

Η γύρη διατηρείται στο ψυγείο ή αποξηραίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να διατηρείται σε συνθήκες περιβάλλοντος. Κατά την αποξήρανση περιορίζεται η υγρασία της στο 4-5% , έτσι ώστε να αποφεύγεται η ανάπτυξη μυκήτων και μούχλας. Στο εμπόριο θα την συναντήσουμε και με τις δύο μορφές , την νωπή και την αποξηραμένη. Αν πρόκειται για προσωπική κατανάλωση τότε καταναλώνεται ως συμπλήρωμα διατροφής. Όμως θα μιλήσουμε λίγο με αριθμούς για να αποφευχθεί λίγο η παραπληροφόρηση και κυρίως η αποπλάνησή μας ως καταναλωτές:

Η γύρη περιέχει λιπίδια, ζάκχαρα, πρωτεϊνες, βιταμίνες, καροτενοειδή, αμινοξέα, φλαβονοειδή, ανόργανα στοιχεία και υδατάνθρακες. Πολλές ασθένειες αντιμετωπίζονται με την χρήση γύρης, καθώς αποτελεί πλούσια πηγή πρωτεϊνών, βιταμινών, ενζύμων, συνενζύμων και ιχνοστοιχείων.  Ενδεικτικά αντιμετωπίζονται το έλκος του δωδεκαδάκτυλου, οι διάφορες παθήσεις του προστάτη, κάποιες ασθένειες του ήπατος, η αναιμία, ο διαβήτης , η αρτηριοσκλήρωση, η ανορεξία, το κοινό κρυολόγημα, ενώ έχει αντιβιοτική και βακτηριοστατική δράση. Θέλει όμως προσοχή στην κατανάλωσή της καθώς μπορεί να προκαλέσει αλλεργικά φαινόμενα και στομαχοεντερικές διαταραχές. Σαν δοσολογία, μια κουταλιά της σούπας (35 gr) είναι αρκετή για να καλυφθούν οι ανάγκες μας σε πρωτεϊνες, βιταμίνες και ιχνοστοιχεία. Καταναλώνεται συνήθως ωμή, αλεσμένη στο μέλι ή κάποιο χυμό ή σκέτη έχοντας μια υπόπικρη χαρακτηριστική γεύση. Στο εμπόριο θα την βρούμε και σε κάψουλες ή χάπια, όμως η ποσότητα που αναφέρεται ως συμπλήρωμα διατροφής είναι αμελητέα. Δηλαδή αν οι ημερίσιες μας ανάγκες σε λευκίνη (ένα από τα αμινοξέα που περιέχει) είναι 0,91mg, τότε αυτή περιέχεται στην ποσότητα που προαναφέραμε ως δοσολογία παραπάνω. Αντίθετα η ποσότητα αυτή είναι κατά πολύ μικρότερη αν την λαμβάναμε με την μορφή της κάψουλας ή του χαπιού. Επιπροσθέτως , καλό θα ήταν να μην εκθέτουμε στον ήλιο την γύρη και να την λαμβάνουμε αρχικά σε μικρότερες ποσότητες για να δούμε την αντίδραση του οργανισμού μας σε αυτή.

γυρη2

Εικόνα από το http://honey-wine-oil.blogspot.gr/ blog.

 

Όλες αυτά τα στοιχεία που περιέχονται στην γύρη , δεν είναι μόνο απαραίτητα για τον άνθρωπο, αλλά είναι και για την μέλισσα. Η γύρη είναι το κρέας της μέλισσας , αν μιλούσαμε με ανθρωποδιατροφικούς όρους. Είναι η μοναδική πηγή πρωτεϊνών και ιχνοστοιχείων, απαραίτητων συστατικών για την ομαλή ανάπτυξη της αποικίας. Με αυτή ταϊζουν τους γόνους τους. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός που την αποθηκεύουν πολύ κοντά στον γόνο για να είναι εύκαιρη πρόσβαση, σε πρώτη ζήτηση. Χαρακτηριστικά η αποικία με την απουσία γύρης αρρωσταίνει, καθώς εμφανίζονται μέχρι και ασθένειες στον γόνο της (σηψιγονία) και φτάνει πολύ σύντομα, ως αναπόφευκτα, στην οριστική κατάρρευση.

Είναι υπερβολή του ότι ο μελισσοκόμος παράγει γύρη. Στην ουσία τα άνθη παράγουν γύρη, οι μέλισσες την συλλέγουν και ο άνθρωπος την μαζεύει από τις αποικίες της είτε στην νωπή μορφή της, είτε στην μορφή που αποκαλούμε Bee Bread (το ψωμί της μέλισσας). Στην πρώτη περίπτωση η συλλογή της γύρης γίνεται με γυρεοπαγίδες κατά τις οποίες κατά την είσοδο της μέλισσας στην κυψέλη η γύρη πέφτει και συλλέγεται από τον μελισσοκόμο σε ειδικό δοχείο. Όμως θέλει προσοχή και μέτρο στην συλλογή της καθώς η κάθε αποικία έχει ανάγκες σε γύρη που δεν πρέπει να αμεληθούν. Στην δεύτερη περίπτωση το “ψωμί της μέλισσας” είναι η τελική μορφή της γύρης πριν την αποθήκευσή της. Όταν οι συλλέκτριες μέλισσες επιστρέψουν στην κυψέλη, δίνουν στις οικιακές μέλισσες τον κόπο τους. Εκείνες το αναμιγνύουν με το σάλιο τους εμπλουτίζοντας την γύρη με ένζυμα και νέκταρ στην τελική μορφή όπου θα διατηρηθεί μέσα στην κυψέλη, έτοιμη για την χρησιμοποίησή της. Η εξαγωγή της γύρης γίνεται με ειδικό εργαλείο και είναι πιο χρονοβόρα απ’ ότι η νωπή γύρη.

Τέλος να αναφέρουμε ότι σε περιόδους ξηρασίας, για να διατηρηθεί ο γόνος στα μελίσσια θα πρέπει ο μελισσοκόμος να τροφοδοτεί τις αποικίες με πλαίσια γύρης ή γυρεόπιτα , μια φυσική τροφή μελισσών ώστε να καλύψουμε αυτή την απώλεια. Κατ’ αυτον τον τρόπο θα υποστηρίξουμε τις αποικίες να διατηρήσουν αυξημένους πληθυσμούς ώστε να είναι πιο παραγωγικά τις διαδοχικές περιόδους (πχ από τον ξηρό Αύγουστο στο φθινόπωρο). Η συνταγή του κυρίου Χαριζάνη ως υποκατάστατο γύρης είναι 40% άχνη ζάχαρη, 20% σογιάλευρο, 5% μαγιά αρτοποιίας,10% γύρη,10% μέλι και 15% νερό. Αυτά μας δίνουν ένα μείγμα με 13% πρωτεϊνες και 53 % υδατάνθρακες. Σαν αντικατάστατο γύρης αν βάλουμε 15% μαγιά αρτοποιίας και καθόλου γύρη θα έχουμε ένα μείγμα με 13,5% πρωτεϊνες και 52% υδατάνθρακες. Το σογιάλευρο, σύμφωνα με τις οδηγίες του καθηγητή, θα πρέπει να είναι καλά αλεσμένο , όπως το αλεύρι του σιταριού  και να περιέχει λιπαρές ουσίες σε ποσοστό μικρότερο από 7%. Η μαγιά αρτοποιίας θα πρέπει να είναι νωπή και όχι αποξηραμένη γιατί περιέχει περισσότερα θρεπτικά συστατικά και είναι φθηνότερη. Η γύρη που θα χρησιμοποιούμε να είναι από υγειή δικά μας μελίσσια καθώς υπάρχει μεγάλος κίνδυνος μετάδοσης ασθενειών. Το ίδιο ισχύει και για το μέλι. Να αποφεύγεται η χρήση της γενετικά τροποποιημένης γύρης καθώς έχει επιπτώσεις στις μέλισσες.

Τέλος να σημειωθεί ότι έχει θεσπιστεί γυρεοδοτικός άτλαντας ώστε η ελληνική γύρη της πλούσιας ελληνικής χλωρίδας να αποκτήσει ταυτότητα, κάτι που θα δώσει νέα ώθηση στον κλάδο της μελισσοκομίας. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται έλεγχος του μελιού στα συστατικά του ώστε να διαπιστωθεί η προέλευσή του και η σύστασή του. Για παράδειγμα για να χαρακτηρισθεί μέλι θυμαρίσιο θα πρέπει να περιέχει πάνω από 18% γυρεόκοκκους θυμαριού. Δυστυχώς είναι από τα λίγα μέλια που έχουν αποκτήσει ταυτότητα.

 


 

Να σημειωθεί ότι στην συνταγή του κυρίου Χαριζάνη μπορούμε να προσθέσουμε θυμόλη για την αντιμετώπιση της νοσεμίασης, όμως επειδή οι συνταγές διαφέρουν και δεν έχει δοκιμαστεί ιδίοις όμμασι, θα επανέλθουμε με σχετικό άρθρο.

Για την συγγραφή του παρόντος άρθρου χρησιμοποιήθηκαν πληροφορίες από την wikipedia.org, την εργασία της γεωπόνου κυρίας Δήμου Μαρίας (http://www.iama.gr/ethno/arta/pollen.pdf), και την συνταγή του κυρίου Πασχάλη Χαριζάνη στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών , καθώς επίσης και τις προσωπικές εμπειρίες μας.