Μύθος ή κατανάλωση;

marketing

Είμαστε άνθρωποι. Και ως γνωστόν είμαστε καταναλωτές. Καταναλωτές είναι εκείνοι οι οργανισμοί οι οποίοι τρέφονται με άλλους οργανισμούς του οικοσυστήματος και οι οποίοι χωρίζονται σε τάξεις, αναλόγως των προτιμήσεών τους. Κάπου ανάμεσα σε όλους τους οργανισμούς του οικοσυστήματός μας λοιπόν είμαστε και εμείς. Τρεφόμαστε, ζούμε , αναπτυσσόμαστε σε βάρος κάποιων άλλων οργανισμών και εν τέλει , όπως περίτρανα αποδεικνύεται, σε βάρος όλου του οικοσυστήματος. Έτσι είμαστε. Αυτοκαταστροφικοί. Αυτό όμως είναι ένα άλλο κεφάλαιο.

Σαν καταναλωτές λοιπόν ξυπνάμε το πρωί , ντυνόμαστε, μοιράζουμε απλόχερα τις καλημέρες μας και βγαίνουμε στο περιβάλλον μας, οριοθετημένο από το πεδίο δράσης μας σε μία κατά μέσο όρο ακτίνα, ώστε να κάνουμε, τί άλλο , αυτό που ξέρουμε να κάνουμε καλύτερα, δηλαδή να καταναλώσουμε. Τί όμως καταναλώνουμε; Φαγητό, ρουχισμό, εργαλεία, κοινωνικά αγαθά και υπηρεσίες (αέρα κοπανιστό). Με τί όμως το καταναλώνουμε; Μα με τί άλλο, το χρήμα. Αυτή τη ρητή συμφωνία μεταξύ των ατόμων του είδους μας όπου αντιπροσωπεύει την αξία του εκάστοτε προϊόντος σε αντιστοιχία με την αξία της ανθρωποώρας εργασίας για την παραγωγή του. Ας κάνουμε δηλαδή τις συγκρίσεις:

  • Για να πάρουμε ένα κιλό τυρί θα χρειαστεί να πληρώσουμε 10€ (περίπου) αν είναι γραβιέρα. Με 10€ θα αγοράζαμε δύο κιλά ελιές. Αν δεν υπήρχε το χρήμα θα έπρεπε δηλαδή να ανταλλάσσαμε 1 κιλό τυρί με 2 κιλά ελιές.
  • Για να μιλήσουμε στο κινητό 1000 λεπτά της ώρας , παραδείγματος χάριν, θα χρειαστεί να πληρώσουμε με 1 κιλό γραβιέρα ή 2 κιλά ελιές ή  20 κιλά πατάτες. Σε αυτό το ποσό  βέβαια θα πάρει το μερίδιο που του αναλογεί και το κράτος ως φόρο. Και από όλα τα κιλά πατάτες που θα μάζευε ο καταστηματάρχης που μου παραχώρησε το δικαίωμα να μιλήσω στο κινητό μου 1000 λεπτά της ώρας χωρίς περαιτέρω επιβάρυνση ή χρέωση θα έπαιρνε ένα μερίδιο και αυτός.
  • Για να αγοράσει κανείς μία μπύρα θα πρέπει να δώσει , σε αυτό το παράδειγμα χωρίς χρήματα, ένα κιλό πατάτες. Με ένα κιλό πατάτες τρώει μια οικογένεια, με μια μπύρα θα δροσιστεί για λίγα λεπτά της ώρας ένα άνθρωπος το καλοκαίρι.

Όλα αυτά σε ένα οικοσύστημα χωρίς χρήματα, με όλα τα επακόλουθα προβλήματα που μας έρχονται στο μυαλό. Όμως τα χρήματα υπάρχουν (sic) και υπάρχουν για να λύσουν αυτά τα προβλήματα. Όμως ο άνθρωπος διαπίστωσε ότι τα χρήματα συσσωρεύονται σε λίγα άτομα της κοινωνίας μας. Επομένως , εφόσον η κοινωνία μας παράγει, η αξία που συσσωρεύεται θα πρέπει να χάνει την αξία της είτε με την κατανάλωση, είτε με το δικαίωμα , είτε με την πάροδο του χρόνου. Και η παραγωγή των αγαθών που καταναλώνονται, θα πρέπει να υπερκαλύπτουν τις ανάγκες των φόρων και των υπηρεσιών που αντικατοπτρίζονται σε αξία εισάγωντας την έννοια της υπεραξίας. Δηλαδή η πατάτα στο χωράφι κοστολογείται με 15 λεπτά το κιλό , ο χονδρέμπορας θα την πουλήσει 40 λεπτά και ο μανάβης 70 λεπτά , συμπεριλαμβανομένων και των αποδιδόμενων φόρων. Επομένως η πατάτα, πριν καταναλωθεί θα κοστολογηθεί 70 λεπτά και θα έχουν πληρωθεί ο αγρότης, ο χονδρέμπορας, ο μανάβης και το κράτος. Αν υπάρχει βέβαια η απαιτούμενη ζήτηση. Δηλαδή ο μανάβης για να βγάλει τα έξοδα του μαγαζιού του θα πρέπει να πουλήσει σε ένα μήνα ένα τόνο, ο χονδρέμπορας 10 τόνους και ο αγρότης 1000 τόνους. Αλλιώς το δίκτυο πώλησης που στήνεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο καταρρέει για τον απλό λόγο του ότι  δεν θα τρώγαμε, εμείς που βρισκόμαστε στην ηπειρωτική Ελλάδα, ντομάτες από την Κρήτη τον χειμώνα. Αντ’ αυτού θα έπρεπε να ταξιδέψουμε χειμωνιάτικα στην Κρήτη και να πάρουμε ντομάτες κατ’ ευθείαν από τους παραγωγούς, κάτι ασύμφορο. Και σίγουρα αφού η ζήτηση θα ήταν μικρότερη, θα είχε και τα επακόλουθα στην τιμή. Και στην επενδυόμενη ποσότητα.

Πως λοιπόν θα σας φαινόταν να αγοράζατε την πατάτα για 20€ το κιλό; Είσαστε σίγουροι ότι δεν το κάνετε; Θα σας αφήσω λίγες στιγμές να το σκεφτείτε…

Ένα σακουλάκι πατατάκια,  σνακ, που κοστίζει 50 λεπτά στη λιανική, αναλόγως το βάρος του, το κιλό κοστίζει 20 € περίπου, αν κάνετε την αναγωγή. Και όλοι μας το έχουμε πληρώσει. Έχουν πληρωθεί παραγωγοί, μεταπράτες, χονδρέμποροι, το κράτος και όλο το δίκτυο διακίνησης ώστε να τα βρείτε και στο τελευταίο μαγαζί αυτού του τόπου. Είναι δηλαδή μεγάλη η ζήτηση.

Και καταλήγω στα παραδείγματα με ένα τελευταίο:

Μια μέλισσα , στην διάρκεια της ζωής της παράγει 1,5 γρ μέλι. Δηλαδή το βάζο που έχετε στο τραπέζι σας δούλεψαν 627 μέλισσες μέχρι θανάτου για να απολάυσετε τον κόπο τους. Και τον κόπο του μελισσοκόμου. Πάντοτε με τα κέφια του καιρού. Και τις πρακτικές του μελισσοκόμου. Όλα αυτά για ένα βάζο μέλι που θα βρίσκεται στο τραπέζι σας κατά μέσο όρο για ένα μήνα μέχρι να καταναλωθεί. Για μέσο όρο 10€.

Κλείνοντας θέλω να καταλήξω σε μια άποψη. Όταν καταναλώνουμε θα πρέπει να έχουμε επίγνωση στο τί καταναλώνουμε και πόσο καταναλώνουμε. Και αν το έχουμε πραγματικά ανάγκη. Όμως θα πρέπει να σεβόμαστε ότι το προϊόν που πληρώνουμε θα πρέπει να ταυτίζεται με τις ανάγκες και τις προτιμήσεις μας χωρίς να παραπλανούμαστε από τεχνικές marketing. Πάντα θα πρέπει να σεβόμαστε τον παραγωγό και τον μεταπράτη καθώς αυτός είναι που μας δίνει το προϊόν του. Όλα είναι θέμα προσφοράς και ζήτησης αλλά η λογική του να πάρεις κάτι εξαιρετικής ποιότητας τσάμπα δεν είναι λογική που θα πρέπει να είναι στις πρακτικές μας ως καταναλωτές. Στον κυκεώνα που έχουμε μπλέξει πρέπει να σταθεί όλο το οικοδόμημα της αγοράς όρθιο, και οι στέρεες βάσεις του οικοδομήματος αυτού  είναι οι έλληνες παραγωγοί. Αυτοί είναι που έχουν το υψηλότερο ρίσκο, όλα τα άλλα είναι θέμα δικτύωσης και marketing.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s